Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΕΛΛΑΔΑ-ΤΟΥΡΚΙΑ

ΣΜΥΡΝΗ 25/11/2015 



  

    Χθες βράδυ είδα την μαμά μου. Είχα μόλις ξαπλώσει για να κοιμηθώ , όμως  δεν είχα κοιμηθεί ακόμη  όταν την είδα ξαφνικά  μπροστά μου. Κανονικά θα ‘πρεπε να  τρομάξω, είναι φυσικό να  τρομάζει κανείς βλέποντας κάποιον που έχει πεθάνει.  Όμως το πρόσωπό της μαμάς μου ήταν τόσο ήρεμο και  φωτεινό .

  

          Σε όλη μου την ζωή την είχα συνηθίσει αυστηρή, όμορφη αλλά αυστηρή , μ’ εκείνο το απόμακρο ύφος  των ανθρώπων στους οποίους επιφύλαξε πολλά και δύσκολα η ζωή, αλλά κράτησαν πάντα την αξιοπρέπειά τους.  Όμως η  μαμά   μου δεν ήταν   αυστηρή χθες .Δεν ήταν η μαμά της Νέας Ιωνίας Βόλου, του προσφυγικού συνοικισμού στον οποίο  έζησε  από  δώδεκα χρονών   ως τον θάνατό της, εκεί όπου  γεννήθηκα και μεγάλωσα κι εγώ  .Ήταν  η μαμά  μου της Σμύρνης, της πόλης που γεννήθηκε ντυμένη με τα καλά της ρούχα τα ναυτικά και τα κατσαρά της μαλλιά στολισμένα φιόγκους μεταξωτούς,    τότε που  σεργιάνιζε με τον μπαμπά και την δίδυμη αδελφή της  στην  Προκυμαία , τότε  που έπαιζε με τις πορσελάνινες  κούκλες της  τα πρωινά της Κυριακής στη είσοδο του μαγαζιού παππού μου  στο γκιολ μπεζεστένι.

      Ήταν η μαμά μου που περίμενε πως και πώς να  μεγαλώσει για να φοιτήσει   στο  σχολείο απέναντι απ’ το σπίτι της  και να γίνει δασκάλα. Ο πόλεμος είναι πολύ άσκημο πράγμα. Αυτός που  σκοτώνει και δημιουργεί πρόσφυγες σκοτώνοντάς τους δυο φορές.



 Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό.






    Όμως η μαμά μου δεν ήταν καθόλου πικραμένη  χθες όταν ήρθε  να με συναντήσει. Αντίθετα   έλαμπε ολόκληρη    γιατί ήξερε τι θα της έλεγα αν μπορούσα να μιλήσω με τις σκιές αυτών που έχουν πεθάνει.

     «Μαμά  είμαι στην Πατρίδα ! θα της έλεγα. Και δεν είναι το ίδιο όπως τις άλλες φορές που βρέθηκα στην Σμύρνη,  θλιβερό πράγμα να νιώθεις τουρίστας στον τόπο της καρδιάς σου. Μαμά γύρισα για να συναντήσω ξανά τους φίλους μου,  γιατί έχω φίλους τώρα πια  εδώ μαμά όπως είχαν στην Σμύρνη ο παππούς και η γιαγιά, γιατί  χθες πήγα  στο σχολείο σου, δεν θα σπουδάσω βέβαια εκεί για να γίνω δασκάλα , μεγάλωσα πολύ για να  μπορώ να φανταστώ στον εαυτό μου με μαύρη ποδίτσα και σοσόνια. ΄Όμως  πήγα να συναντήσω  τα παιδιά, μερικά απ’ αυτά   είχαν  την ηλικία που είχες εσύ τότε την ευτυχισμένη εποχή, αυτή για την οποία μου μιλούσες από την πρώτη στιγμή που άνοιξα στον κόσμο τα μάτια μου   μέσα απ’ τα τραγούδια και τα νανουρίσματά σου».

     Όμως φυσικά και δεν μπορούσα να πω τόσα πράγματα σε κείνη την οπτασία από φως που είχε έρθει χθες στο δωμάτιό μου. Έτσι κι αλλιώς η μαμά μου ήξερε, οι ψυχές των ανθρώπων μπορούν να βρίσκονται παντού, αρκεί να τους αγαπάς και να τους θυμάσαι .  Η μαμά μου ήταν   στην Ρόδο    όταν  πρωτογνωριστήκαμε με τους Τούρκους συγγραφείς τους τωρινούς  μας φίλους,  ήρθε μαζί μας στην Κωνσταντινούπολη όταν συναντήσαμε    τα παιδιά  στα σχολεία  τότε που οι ανοιχτές αγκαλιές μεγάλων και μικρών μας έκαναν να   νιώσουμε  όχι γείτονες που έρχονται επίσκεψη , αλλά  συγγενείς που  γύριζαν απ’ τα ξένα. Είναι και σήμερα εδώ  ανάμεσά μας είμαι σίγουρη, σαν μια ανάσα, σαν μια ακτίνα φως.

     Αν  υπήρχε περίπτωση να ξαναγράψω ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙΑ ΜΕ ΤΑ ΝΑΥΤΙΚΑ, το βιβλίο με την   ιστορία της  που ξεκινάει απ’ τις ευτυχισμένες μέρες των παιδικών της χρόνων στη Σμύρνη  και τελειώνει  σε έναν προσφυγικό  συνοικισμό , δεν θα άλλαζα ούτε λέξη. Γιατί   ήταν  η μαμά μου που μου έμαθε να αγαπώ κι όχι να μισώ  , να  πιστεύω  πως  οι άνθρωποι  μπορούν, φτάνει να το θέλουν , να ζήσουν μέρες σαν εκείνες των παιδικών της χρόνων,  τότε που  όλα ήταν μαλακά και ζεστά σαν αγκαλιά, οι άνθρωποι ρουφούσαν τα μπερικέτια της ανατολής και την αγάπη ο ένας του αλλουνού και ήταν ευτυχισμένοι. Ναι σίγουρα δεν θα άλλαζα ούτε λέξη  γιατί  την αλήθεια της ιστορίας της μαμάς μου την  ζω  η ίδια αυτή την στιγμή  !     

     Ζητώ την επιείκειά σας  για την συναισθηματική μου φόρτιση, ξέρω πως ο λόγος  για τον οποίο βρίσκομαι σε αυτό το βήμα δεν είναι να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις και συναισθήματα,  που καθοδήγησαν την ζωή μου, που ήταν η ζωή μου ολόκληρη, το ‘ χουμε εμείς οι Σμυρνιοί να είμαστε υπερβολικά συναισθηματικοί , όμως  τώρα θα πρέπει να   έρθω στο    θέμα μας   αν και αναγκαστικά πάλι για συναισθήματα θα μιλήσω.

     Όταν με ρωτάνε τι είδους βιβλία γράφετε κυρία Δικαίου  απαντώ πως γράφω «βιβλία της καρδιάς». Μερικοί  το θεωρού αστείο , άλλοι με κοιτάνε περίεργα γιατί νομίζουν πως γράφω από κείνα τα βιβλία που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μιλάνε   για   έρωτες.  

Τους εξηγώ λοιπόν   πως όταν το λέω αυτό εννοώ πως    ποτέ τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν έχω ξεκινήσει να γράψω ένα βιβλίο   αν το θέμα του δεν  με έχει συγκινήσει τόσο,  που να θέλω  να το μοιραστώ και με άλλους αυτό το συναίσθημα .  

Ο Γκαίτε έλεγε: «Κανενός δεν θ΄ αγγίξεις την καρδιά, αν ο λόγος σου δεν βγαίνει απ΄ την καρδιά σου».

    Θα  έχετε την απορία σίγουρα τι μπορεί να συγκινήσει την καρδιά ενός συγγραφέα που γράφει βιβλία για εφήβους και παιδιά, ποια θέματα μπορούν να τον αγγίξουν. Μα οτιδήποτε απασχολεί κι όλους τους άλλους ανθρώπους.  Γεγονότα που συνέβησαν στον ίδιο, που του τα διηγήθηκε κάποιος,   ένα  ιστορικό  πρόσωπο ή ένα ιστορικό γεγονός .  

     Κι αυτό είναι το μόνο που μπορώ να πω απ΄ ό,τι παράξενο και στ΄ αλήθεια ανεξέλεγκτο οδηγεί ένα συγγραφέα να σταθεί μπροστά στο χάος. Σε πρόσωπα σκιές, σε καταστάσεις σκιές, σε τόπους σκιές καμιά φορά και να προσπαθήσει με το λίγο ή περισσότερο ταλέντο που έχει να του δώσει μορφή γράφοντας ένα βιβλίο.

     Γιατί ό,τι μιλάει στην καρδιά του συγγραφέα δεν είναι παρά  η αρχή μοναχά απ΄ την οποία καλείται να ξεκινήσει για να δώσει σ΄ αυτές τις σκιές μορφή. Μετά χρειάζεται  δουλειά πολλή και σκληρή μέχρι να φτάσεις κι αν μπορείς να ξεπεράσεις τα όρια του λίγου ή περισσότεροι ταλέντου που σου ΄χει δοθεί να επικοινωνείς μέσα απ΄ τα γραφτά σου με τους άλλους ανθρώπους. 

     Με άλλα λόγια ο συγγραφέας  που γράφει και  για παιδιά, χωρίς να αποκλείει  από το αναγνωστικό κοινό του τους μεγάλους  δουλεύει με τον ίδιο τρόπο που δουλεύει κι ο συγγραφέας που γράφει αποκλειστικά για μεγάλους. Με μια διαφορά. Πως αυτός ο συγγραφέας την στιγμή που γράφει, με μια μυστική διαδικασία που δεν έχει σχέση με τεχνικές, αλλά με χάρισμα μπορεί να γίνεται αυτόματα έφηβος ή μικρότερο παιδί, αυτό που υπήρξε κάποτε.  Γι αυτό  μιλάει για πράγματα που απασχολούν  πρώτα τα παιδιά κι ο τρόπος που θα τα πει είναι  ο δικός τους τρόπος.

     Όσο για την περίφημη αυτολογοκρισία του συγγραφέα που γράφει για παιδιά και τόσα έχουν ειπωθεί γι αυτή , μήπως κι ο συγγραφέας που γράφει για μεγάλους δεν κάνει στην δική του δουλειά, για διαφορετικούς λόγους το ίδιο;

     «Η καλύτερη αστυνομία για την λογοτεχνία, είχε πει ο Αντον Τσέχωφ είναι η κριτική συνείδηση του  συγγραφέα. Τίποτε καλύτερο δεν έχει βρεθεί κι ας ψάχνουν οι άνθρωποι ν΄ ανακαλύψουν κάποιο τέτοιο είδος αστυνομίας απ΄ την εποχή της δημιουργίας» .   

  Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις κι έχει ξοδευτεί κάμποσο μελάνι για να σχολιαστούν οι διαφορές ανάμεσα στους συγγραφείς βιβλίων  για μεγάλους και σ΄ εκείνους που απευθύνονται  με τα βιβλία τους πρώτα στα παιδιά .Για μένα αυτό που τους κάνει ουσιαστικά να ξεχωρίζουν είναι η επικοινωνία και η σχέση με τους αναγνώστες τους κι εγώ  τουλάχιστον το  νιώθω σαν αναγκαιότητα αφάνταστα γοητευτική και συγκλονιστική. Μα ταυτόχρονα αφάνταστα δύσκολη κι επίπονη. 

       Όταν εμείς, μεγάλοι άνθρωποι, κι εμένα τουλάχιστον μου συμβαίνει συχνά, γνωρίζοντας έναν αγαπημένο καλλιτέχνη, νιώθουμε μερικές φορές ότι για κάποιους λόγους απομυθοποιείται κι η γοητεία των έργων του χάνεται μαζί μ΄ αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πόσο σημαντικό είναι να μην γίνεται  κάτι παρόμοιο στα παιδιά , όταν η ψυχούλα τους είναι άγραφο χαρτί όπου το κάθε τι μπορεί να γραφεί αμέσως και να μείνει για πάντα.

       Υπάρχει κάτι το μαγικό στην επικοινωνία του συγγραφέα παιδικών  και εφηβικών βιβλίων με  τους  εφήβους και τα παιδιά  όταν βρεθούν ο ένας αντίκρυ στους άλλους,   παρόλο που αυτό  συνήθως   γίνεται σ΄ έναν χώρο που δεν προσφέρεται για  καμιά μαγεία,  αφού συχνά  είναι   μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα σχολικών εκδηλώσεων.    

     Ο συγγραφέας ,   ακόμη και στην ιδανική περίπτωση, που τον έχουν καλέσει   σε ένα σχολείο όπου οι εκπαιδευτικοί έχουν προετοιμάσει τα παιδιά για την επίσκεψή σου και τα παιδιά έχουν διαβάσει τα βιβλία του,       

καλείται  να αγωνιστεί έναν αγώνα δύσκολο  σ΄ έναν στίβο που θα μπορούσε να τον ονομάσει «στίβο των εντυπώσεων» ,  να προσπαθήσει να κερδίσει  ή να χάσει αναγνώστες, όχι αναγνώστες του, θα ήταν ταπεινό, αναγνώστες γενικά, μέσα σε κάτι παραπάνω απ΄ το τίποτα για  ένα πράγμα τόσο σημαντικό. Στον πάντα περιορισμένο χρόνο δηλαδή  που έχει   όταν επισκέπτεται ένα σχολείο ή σε μια εκδήλωση βιβλιοπωλείου. 



      Εκεί έχεις ένα μονάχα «μαγικό» όπλο για να πολεμήσεις, αυτό το οποίο όφειλες να είχες χρησιμοποιήσει και όταν έγραφες τα βιβλία σου. Την ειλικρίνεια.   Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση απ΄ το βλέπεις τις κινήσεις των σωμάτων να  σταματάνε  σιγά σιγά και τις φωνές να καταλαγιάζουν, τα βλέμματα να μαλακώνουν  και τα πρώτα χέρια να σηκώνονται δειλά, να γίνονται τα πρώτα σχόλια.     Έχεις κερδίσει τις εντυπώσεις , τα επόμενα  είναι πολύ πιο  εύκολα, η μαγεία της επικοινωνίας  είναι γεγονός  το οποίο  συνήθως συνεχίζεται και μετά το τέλος της συνάντησης, καθώς τα περισσότερα παιδιά μαζεύονται γύρω σου με ερωτήσεις που δεν πρόλαβαν ή ντράπηκαν να κάνουν μπροστά σε όλους τους συμμαθητές τους. Ερωτήσεις για τα βιβλία γενικά για τα δικά σου  βιβλία σου  ακόμη και προσωπικές.   

     Είμαι σίγουρη πως αυτό το αίσθημα της απόλυτης πληρότητας που φέρνει μια τέτοια επικοινωνία είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να το νιώσει ένας συγγραφέας που γράφει αποκλειστικά για μεγάλους, γιατί εδώ δεν εισπράττεις την αποδοχή ή τον θαυμασμό μοναχά , αλλά πολλές φορές και   αγάπη .   Γιατί     το παιδί, έτσι όπως ταυτίζεται με τους ήρωες των βιβλίων ταυτίζεται και με τον συγγραφέα που γνωρίζει.  Αν καταφέρεις να σε  νιώσει δικό του, αν σ΄ αγαπήσει το παιδί, έχεις όλες τις πιθανότητες να   νιώσει δικό του και  να αγαπήσει  και το λογοτεχνικό βιβλίο.

Και τότε  αυτή η συνάντηση θα έχει αποκτήσει το αληθινό της νόημα   όχι μόνο για τους μικρούς μα και για μας τους  για μεγάλους .

 Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε πως χωρίς τα παιδιά δεν υπάρχει λόγος να υπάρχουμε.

      Κι  ο σκοπός της λογοτεχνίας  που απευθύνεται πρώτα στα παιδιά    είναι να τους γνωρίσει μέσα  απ΄ την τέχνη του λόγου, μέσα απ΄ την μουσική των  λέξεων,  την ζωή. Να την  γνωρίσει από  μια ιστορία που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του παιδιού καλώντας το να συμμετέχει με το να ταυτίζει τον εαυτό του με τους ήρωες, δείχνοντάς του  δρόμους και τρόπους να αντιμετωπίσει προβλήματα  και συνθήκες που θα βρει  στη ζωή μπροστά του.   

      Να γιατί είπα πριν πως  αν ο συγγραφέας καταφέρει να αγαπήσουν το λογοτεχνικό βιβλίο τα παιδιά,  η συνάντηση μαζί του  θα έχει αποκτήσει το αληθινό της νόημα  και για τους μικρούς μα και για μας τους μεγάλους .

Γιατί το   αν θα αγαπήσουν ή όχι το λογοτεχνικό βιβλίο  οι έφηβοι και τα παιδιά και κατά συνέπεια αν θα γίνουν ωριμότεροι και καλύτεροι άνθρωποι μεγαλώνοντας αφορά όλους μας αφού  στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών στηρίζεται το μέλλον της ανθρωπότητας.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015



Ελένη Δικαίου: «Ο άνεμος στα μαλλιά της» κριτική της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Ελένη Δικαίου: «Ο άνεμος στα μαλλιά της» κριτική της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Ελένη Δικαίου: «Ο άνεμος στα μαλλιά της» κριτική της Γεωργίας Γαλανοπούλου
Υποψήφια για το βραβείο Hans Christian Andersen 2016, η Ελένη Δικαίου υπηρετεί το παιδικό βιβλίο με συνέπεια, καλαισθησία και ακατάπαυστο ζήλο εδώ και είκοσι πέντε περίπου χρόνια. Το πρωτότυπο και πολυεπίπεδο έργο της απευθύνεται σε παιδιά όλων των ηλικιών, από το νηπιαγωγείο έως το γυμνάσιο, ενώ οι μεγαλύτερες αφηγήσεις της, κυρίως τα μυθιστορήματά της, διαβάζονται με ενδιαφέρον και από ενήλικες. Τα θέματά της, ανάλογα με τις ηλικίες στις οποίες αποτείνονται, άλλοτε αντλούνται από την Ιστορία και τη μυθολογία, άλλοτε από οικουμενικούς προβληματισμούς, άλλοτε από οικογενειακά και προσωπικά βιώματα, συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις. Οι χαρακτήρες της (ακόμη και στις ιστορίες όπου οι κεντρικοί ήρωες είναι ζώα) διακατέχονται πάντα από ρεαλισμό και καθρεφτίζουν συναισθήματα καθημερινών ανθρώπων, κυρίως παιδιών, που συχνά καλούνται να αντιμετωπίσουν δυσεπίλυτες για την ηλικία τους προκλήσεις.
Ο άνεμος στα μαλλιά της, το τελευταίο βιβλίο της για εφήβους, ανταποκρίνεται με επιτυχία στις προδιαγραφές ενός καλού ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπου –κατά τα ειωθότα– η πλοκή εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον υπαρκτό, οι κεντρικοί ήρωες καθρεφτίζουν καθημερινούς ανθρώπους, η γλώσσα των διαλόγων δεν ξεπερνά τους χαρακτήρες, η υπόθεση εξελίσσεται με φυσικότητα και η κορύφωση επιτυγχάνεται με λογική συνέπεια και αληθοφάνεια. Υιοθετώντας την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και τοποθετώντας τους ήρωές της στο οικείο περιβάλλον του Πειραιά και των συνοικιών του, η συγγραφέας πλέκει τον μυθιστορηματικό της ιστό με φόντο τη σημερινή πραγματικότητα, την Ελλάδα του είναι και του φαίνεσθαι, της ευθύνης και των αντιθέτων της.
Αυθόρμητη, ρεαλιστική και ολοζώντανη η αφηγηματική φωνή της Δικαίου σε όλες της τις διακυμάνσεις. Τρυφερή όταν περιγράφει συναισθήματα, νευρώδης όταν αποκαλύπτει, καυστική όταν συγκρούεται με την αναξιοπιστία και την επίπλαστη ευημερία, γαλήνια όταν ανακαλύπτει τη γνήσια ομορφιά, που ευτυχώς υπάρχει ακόμη. 

Την ιστορία αφηγείται ο κεντρικός ήρωας, παιδί μιας εύπορης οικογένειας με νεόκτιστη μονοκατοικία στην Καστέλα. Έχει αποτύχει την πρώτη χρονιά στις εξετάσεις για το Πολυτεχνείο και προετοιμάζεται, χωρίς ιδιαίτερο ζήλο, για την επόμενη. Γνωρίζεται με τη μελετηρή Γιασεμή, κορίτσι που ζει ταπεινά με τη μητέρα και τους παππούδες της στη Νίκαια και μελετά για να περάσει οπωσδήποτε στη σχολή της προτίμησής της. Ένα φιλί πλάι στη θάλασσα, η μοσκοβολιά της Γιασεμής με τον φθινοπωρινό άνεμο ν’ ανακατεύει τα μαλλιά της, το ξύπνημα του έρωτα, η αρχή μιας συναισθηματικής σχέσης. Προδιαγραφές που φαινομενικά συνωμοτούν για να συνθέσουν ένα νεανικό ρομαντικό μυθιστόρημα. Δεν πρόκειται περί αυτού, ωστόσο. Γιατί αν σταθεί κανείς προσεκτικά στις λεπτομέρειες, τις εκπλήξεις και τις ανατροπές που βήμα βήμα αποκαλύπτονται, η ρομαντική ιστορία των δυο νεαρών δεν είναι παρά το περιτύλιγμα μέσα στο οποίο εγκιβωτίζεται μια μικρογραφία της σημερινής Ελλάδας. Κι εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η αξία του βιβλίου.
Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω τις λεπτομέρειες της πλοκής, την τροπή των γεγονότων από τη στιγμή που ο νεαρός ήρωας συγκρούεται πρώτα με την οικογένειά του και ύστερα με τη συνείδησή του για ένα ζήτημα που κάτω από φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να λειτουργεί αντίστροφα. Οι γονείς είναι αυτοί που συνήθως συγκρούονται με τους εφήβους για θέματα σπατάλης και κακής οικονομικής διαχείρισης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση συμβαίνει το αντίθετο. Η αποδεδειγμένα καταχρεωμένη οικογένεια του κεντρικού ήρωα όχι μόνο δεν διατίθεται να περιορίσει δραστικά τα οικονομικά της και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά αρνείται να αποδεχτεί τις ευθύνες της απέναντι στον ανυποψίαστο ευεργέτη και δανειστή της. Συνειδητοποιώντας το μέγεθος της καταστροφής που έχει προκαλέσει η οικογένειά του, ο ήρωας-αφηγητής αναλαμβάνει τη δική του ατομική ευθύνη, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, και εγκαταλείποντας την επίπλαστη άνεση της πατρικής στέγης αναζητά την εξιλέωση εκεί που ο πλούτος και η πραγματική ομορφιά δεν αγοράζεται αλλά δημιουργείται.
Συνήθως, στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ο κεντρικός ήρωας διηγείται την ιστορία με τις δικές του λέξεις και αυτό που μένει ως ανάμνηση στον αναγνώστη είναι η φωνή του αφηγητή στην κάθε σελίδα, η υποκειμενικότητά του. Εδώ όμως η Δικαίου φροντίζει να εμπλουτίσει την αφήγηση με διαλόγους, διαγράφοντας έτσι έναν έναν τους χαρακτήρες μέσα από τις πράξεις αλλά και τα ίδια τους τα λόγια, τις προθέσεις τους και τις αντιθέσεις. Το είναι απέναντι στο φαίνεσθαι, το πραγματικό απέναντι στο φαινομενικό, οι απλοί και γνήσιοι άνθρωποι απέναντι στους κίβδηλους και τους «δήθεν», οι υπεύθυνοι και αξιόπιστοι απέναντι στους ανεύθυνους και αφερέγγυους. Έχουν όμως και τα ονόματα τη συμβολική τους θέση, παίζουν κι αυτά κάποιο ρόλο στο παιγνίδι των αντιθέσεων. Ο κυρ Θέμης, που αν και γράφεται με ήτα παραπέμπει στην αρχαία θεά και όσα εκείνη συμβολίζει. Ο Άγγελος, αρωγός και προστάτης. Και προπαντός η Γιασεμή, η γεννήτρια, η αρχέγονη δύναμη της άνοιξης που με το άρωμά της αναγεννά και αφυπνίζει.
Αυθόρμητη, ρεαλιστική και ολοζώντανη η αφηγηματική φωνή της Δικαίου σε όλες της τις διακυμάνσεις. Τρυφερή όταν περιγράφει συναισθήματα, νευρώδης όταν αποκαλύπτει, καυστική όταν συγκρούεται με την αναξιοπιστία και την επίπλαστη ευημερία, γαλήνια όταν ανακαλύπτει τη γνήσια ομορφιά, που ευτυχώς υπάρχει ακόμη. Ένα μυθιστόρημα σύντομο αλλά πλήρες, που διαβάζεται ευχάριστα και ερμηνεύεται σε διάφορα επίπεδα, ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

diastixo 19-2-2015

Δικαίου, Ελένη. Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής. Αθήνα: Πατάκης, 2014.
Η Ελένη Δικαίου,  ιδιαίτερα στις μεγάλες της αφηγήσεις, αποτυπώνοντας σελίδες μυθολογίας, ιστορίας ή σελίδες με σύγχρονα προσωπικά και κοινωνικά θέματα, μέσω της αναγνωστικής απόλαυσης αλλά και του προβληματισμού, προσφέρει αναγνώσεις οι οποίες είτε αποκαλύπτουν με εικόνες ρεαλισμού το φαντασιακό της μυθολογίας (Το μεγάλο ταξίδι του Οδυσσέα κ.ά.) είτε εισχωρούν στο ουσιαστικό μέρος της σύγχρονης ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας  θέτοντάς την  να «συνομιλήσει» με τους αναγνώστες διαχρονικά και κριτικά (π.χ. Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά, Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες, Θα σε ξαναδώ φιλαράκι μου, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω παρακαλώ κ.ά.). 
Σε ένα από τα τελευταία μυθιστορήματά της Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής, προσφέρει έναν όχι και πολύ δοκιμασμένο  τρόπο αφήγησης, θα τον έλεγα, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, ο οποίος από μεν την πλευρά της φαντασίας ταυτίζεται με αυτό που ο Τοντόροφ ονομάζει «παράξενο», από δε την πλευρά της πραγματικότητας με τον «μαγικό ρεαλισμό». Προτού όμως αναφερθώ συνοπτικά στους συγκεκριμένους όρους και στην αντανάκλασή τους στο κείμενο, παραθέτω την υπόθεση του μυθιστορήματος:  δυο αδελφοί, ο ένας λάτρης της τέχνης και ο άλλος λάτρης των μηχανών, σκοτώθηκαν στο πολύ μακρινό παρελθόν, πέφτοντας από τη σκάλα του σπιτιού τους, κι έγιναν φαντάσματα, καλά φαντάσματα, όπως διαρκώς το τονίζουν. Αναγκάζονται όμως να μετακομίσουν, γιατί το ερειπωμένο σπίτι τους, κατεδαφίζεται. Η περιπλάνησή τους μέχρι να κατοικήσουν σε ένα πιθάρι, στο χώρο ενός σχολείου, κτισμένου στη θέση του παλιού τους σπιτιού, θα περάσει μέσα από τη γνωριμία τους με αρχαία φαντάσματα της περιοχής.  Εκεί, από μια χαραμάδα, βλέπουν τα παιδιά, χαίρονται γι’ αυτό και μαζί νοσταλγούν, αλλά, όταν τους ανακαλύπτει μια γάτα βιώνουν τον μέγιστο τρόμο. Στην  προσπάθειά τους να την απομακρύνουν, δημιουργούν άθελά τους αναστάτωση στον χώρο του σχολείου, με αποτέλεσμα να ενοχοποιηθούν ορισμένα παιδιά. Οι δυο αδελφοί αποκαλύπτονται στα παιδιά και θα κάνουν τα πάντα, ώστε αυτά να αποφύγουν την τιμωρία.
 
            Ο Τσβετάν Τοντόροφ επιχειρώντας να ορίσει γενικά το φανταστικό, υπογραμμίζει ότι αυτό δε  διαρκεί, παρά όσο  ένας δισταγμός που είναι κοινός στον αναγνώστη και στο πρόσωπο του έργου, που οφείλουν να αποφασίσουν αν αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται προκύπτει ή όχι από την πραγματικότητα. Στο τέλος δε και οι δύο ή τουλάχιστον ο αναγνώστης αποφασίζει αν θα μείνει ή όχι στην πραγματικότητα, έτσι, βγαίνοντας από το φανταστικό. Μάλιστα, αν ο αναγνώστης αποφασίσει πως οι νόμοι της πραγματικότητας δεν αλλάζουν κι επιτρέπουν την εξήγηση των φαινομένων που περιγράφονται, τότε λέμε ότι το έργο ανάγεται στο γένος του «παράξενου», αν δε, αποφασίσει πως πρέπει να αποδεχτούμε νέους νόμους της φύσης για την εξήγηση του φαινομένου, τότε εισερχόμαστε στο γένος του «θαυμαστού». Ωστόσο, ο Τοντόροφ, σημειώνει αλλού, πως υπάρχει  ένα «αμιγές θαυμαστό» του οποίου τα υπερφυσικά στοιχεία δεν προκαλούν καμιά ιδιαίτερη αντίδραση στον ήρωα του κειμένου αλλά ούτε και στον αναγνώστη. Αυτή του η θέση είναι πολύ κοντά στον «μαγικό ρεαλισμό», έναν τρόπο αφήγησης, δηλαδή, σύμφωνα με τον οποίο το στοιχείο της φαντασίας εισερχόμενο στην πραγματικότητα δεν την ανατρέπει, ο αναγνώστης και ο ήρωας δεν ταλαντεύονται ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό, ο δε ρεαλισμός του κειμένου δεν ανατρέπεται από το φαντασιακό στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού.
Θεώρησα απαραίτητες τις παραπάνω θεωρητικές θέσεις,  για να αναφερθώ σε μερικές καίριες στιγμές του μυθιστορήματος. Τα δυο φαντάσματα της υπόθεσης, «κρατούν» όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες και αξίες, όπως χαρά, λύπη, καλοσύνη μόνο, όχι κακία και εκδίκηση και προπάντων φόβο, και από τον κόσμο του φανταστικού έχουν μόνο ορισμένα στοιχεία: είναι δυνατόν οι άλλοι να τους δουν και να τους ακούσουν μόνο όταν εκείνα το αποφασίσουν, μπορούν δε να αλλάξουν μορφή.    Η Δικαίου έχοντας κατά νου τον εννοούμενο αναγνώστη-παιδί, σκηνοθετεί ένα πλαίσιο στο οποίο τα επίπεδα της πραγματικότητας και της φαντασίας όντας πολύ κοντά στο προαναφερόμενο αμιγές θαυμαστό, αλλά και στον μαγικό ρεαλισμό, παρουσιάζονται μέσα από έναν ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης ο οποίος είναι σα να προέρχεται από την πραγματικότητα και όχι από τη φαντασία.  Έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο περνάει το φανταστικό/παράξενο στην πραγματικότητα, διαρρηγνύει τα σύνορά της και με αβίαστο τρόπο στο επίπεδο της ιδεολογίας, μέσα από μια διαρκή χιουμοριστική –πολλές φορές ξεκαρδιστική- κατάσταση, αναδύονται μηνύματα όπως η άδολη αγάπη, η φιλία και η δίχως όρια συνεργασία.
Ο αναγνώστης  κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης προεκτείνει την υπόθεση στο χώρο της πραγματικότητας όπως άλλωστε και ο ενδοδιηγητικός αφηγητής (ένας από τους αδελφούς) διερχόμενοι μέσα από το «παράξενο»/μαγικό όπου αυτό αναδύεται σε όλα τα περιστατικά.  Στα δρώμενα και κυρίως εκεί που έρχονται σε επαφή  οι ήρωες άνθρωποι αλλά και οι ήρωες-φαντάσματα μαζί με τον αναγνώστη, πέρα από έναν μικρό δισταγμό,  δεν αναρωτιούνται για τα  γενόμενα, αλλά και δεν ταλαντεύονται ανάμεσα στα δύο επίπεδα της φαντασίας και της πραγματικότητας. Η Δικαίου κατορθώνει με τους δύο χαρακτήρες της και με τον τρόπο που μεταφέρονται τα δρώμενα, να δώσει έναν τρόπο αφήγησης ο οποίος με όχημα αφενός το χιούμορ και αφετέρου τις προαναφερόμενες αξίες,  «απομακρύνουν», κατά την ανάγνωση, από τα παιδιά το ενδεχόμενο ενός πιθανού φόβου (συμβάλλει σε αυτό και το υποκοριστικό του τίτλου).  Επιπλέον, δίνει ένα ευαίσθητο –παροιμιώδης η αγάπη των δύο αδερφών μεταξύ τους–, με ποιητικές εξάρσεις, ανάγνωσμα, το οποίο προσλαμβάνεται μέσα από έναν αληθινά απολαυστικό τρόπο. Επίσης και η μαυρόασπρη εικονογράφηση ευχάριστη και ζωντανή, κυριολεκτικά κινείται ανάμεσα στο κείμενο βοηθώντας την ευχάριστη πρόσληψή του. Θα πρόσθετα δε, ότι στα παιδιά αναγνώστες, αλλά προπάντων στους ενήλικες που είτε πιστεύουν στα υπερφυσικά στοιχεία είτε όχι, το ρεαλιστικό πλαίσιο το οποίο στην ουσία υπερισχύει της φαντασιακής αφήγησης, υπαγορεύει δυνατότητες διεύρυνσης της φαντασίας με αποτέλεσμα, παράλληλα, να διευρύνεται η λογοτεχνική πραγματικότητα με την έννοια της λογοτεχνικής εμπειρίας και κατ’ επέκταση η ρεαλιστική του κόσμου τους.
 
Γιάννης Σ. Παπαδάτος, κριτικός νεανικής λογοτεχνίας
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
1. Τοντόροφ, Τσβετάν. (1991). Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία. Μετ. Αρ. Παρίση, Αθήνα: Οδυσσέας.
2. Bowers, M. A. (2004). Magic(al) Realism. London and New York: Routledge.
 
 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Ελένη Δικαίου – Υποψηφιότητα Βραβείου Άντερσεν
 
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
 
Όταν εκεί γύρω στο 1990, ως μέλος κριτικής επιτροπής,  διάβαζα το χειρόγραφο μιας νέας συγγραφέα με τον τίτλο «Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά» και συμφωνούσα με τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής  να   το βραβεύσουμε , δεν μπορούσα να φανταστώ πως η γλυκιά και κάπως συνεσταλμένη γυναίκα  που παρουσιάστηκε τη μέρα της τελετής απονομή  για να παραλάβει το βραβείο και η οποία ονομαζότανε Ελένη Δικαίου, πολύ γρήγορα θα γινότανε μια από τις πλέον όχι μόνο δυναμικές, αλλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες  παρουσίες στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους.
Η νεοελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) παρουσίασε μια έντονη και ουσιαστική άνθηση.
Συγγραφείς που είχαν ήδη παρουσιαστεί πριν από το 1967, μαζί με νέους που μπορούσαν πλέον να εκφραστούν ελεύθερα, αποτέλεσαν μια ομάδα που χάρισε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, στα ελληνόπουλα σπουδαία λογοτεχνικά έργα –προσεγμένη γλώσσα, καλοπλασμένοι χαρακτήρες, πλούσια θεματική, αποφυγή κάθε μορφής διδακτισμού ήσαν τα χαρακτηριστικά εκείνων των έργων (μυθιστορημάτων, διηγημάτων, παραμυθιών, ποιημάτων)
Η Ελένη Δικαίου αν και κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, σε αυτή την ομάδα πρέπει να ενταχθεί. Κι αυτό όχι μόνο λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω των στοιχείων που διακρίνουν τα έργα της.
Πραγματικά, όλα όσα πιο πάνω ανέφερα σχετικά με τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τους συγγραφείς της μεταπολίτευσης, περιγράφουν με απόλυτη συνέπεια και το σύνολο του έργου της Ελένης Δικαίου.
Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, η Δικαίου δείχνει το πόσο άρτια μα και με ευαισθησία χρησιμοποιεί τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.
Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, αλλά και με όλα τα επόμενα που θα κυκλοφορήσουν, δείχνει το πόσο καλά ξέρει να σχεδιάζει τους χαρακτήρες των ηρώων  της. Από την παιδική ματιά (Η ιστορία ενός άσπρου γατούλη), στην εφηβική ανησυχία (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;) και από τη διάθεση κοινωνικής συμπαράστασης (Θα σε ξαναδώ φιλαράκι μου), στο πάθος εκείνου ακολουθεί ως το τέλος τις ιδέες του (Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες) η Δικαίου χαρίζει στην πινακοθήκη των ηρώων της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας της Ελλάδας πρόσωπα ολοζώντανα και απολύτως πειστικά.
Αλλά με την ίδια άνεση ξέρει και να αναπλάθει το παρελθόν, να αφηγείται με σύγχρονη άποψη παμπάλαιους και διαχρονικούς μύθους . Η σειρά των βιβλίων της για την Ελληνική Μυθολογία, όπως και το μυθιστόρημά της για τον Μέγα Αλέξανδρο (Οι θεοί δεν πεθαίνουν στην Πέλλα) αποτελούν πρότυπα αφηγηματικής θέσης πάνω στο πως γράφει κανείς σήμερα για θέματα που έχουν διαμορφώσει την μυθολογία όχι μόνο ενός λαού, αλλά και ολόκληρου του Δυτικού Πολιτισμού .
Αλλά ανάμεσα σε όλα αυτά, η Ελένη Δικαίου διατηρεί πάντα την φρεσκάδα μιας παιδικής  ματιάς και  πλάθει άλλοτε μοντέρνα παραμύθια (Το αλογάκι, η τυχερή πασχαλίτσα, μια αρκούδα κι εμείς κ.α.) κι άλλοτε προτείνει μυθιστορήματα φαντασίας (Τα φαντάσματα της γυάλινης αυλής, Περιπέτειες με μια πριγκιπέσα) ή με ουσιαστικό περιβαλλοντολογικό περιεχόμενα έργα επιστημονικής φαντασίας (Η κοιλάδα με τις πεταλούδες).
Ξεκίνησα το σημείωμα αυτό με αναφορά στο πως και πότε γνώρισα την Ελένη Δικαίου.
Θέλω με εκείνη την απόφαση μιας επιτροπής που την τιμούσε με ένα βραβείο να τελειώσω.
Και να δηλώσω πόσο τελικά ικανοποιημένος αισθάνομαι που η  κρίση μου εκείνη έχει δικαιωθεί.
Η Ελένη Δικαίου έχει αποδείξει πως είναι ένας συγγραφέας με ταλέντο, με πλούσια κουλτούρα, με ανήσυχη λογοτεχνική ματιά και –κυρίως αυτό- με το ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε δημιουργό που αποφασίζει το ταλέντο το να το θέσει στην υπηρεσία του σχεδιασμού έργων για παιδιά και νέους.