Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

diastixo 19-2-2015

Δικαίου, Ελένη. Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής. Αθήνα: Πατάκης, 2014.
Η Ελένη Δικαίου,  ιδιαίτερα στις μεγάλες της αφηγήσεις, αποτυπώνοντας σελίδες μυθολογίας, ιστορίας ή σελίδες με σύγχρονα προσωπικά και κοινωνικά θέματα, μέσω της αναγνωστικής απόλαυσης αλλά και του προβληματισμού, προσφέρει αναγνώσεις οι οποίες είτε αποκαλύπτουν με εικόνες ρεαλισμού το φαντασιακό της μυθολογίας (Το μεγάλο ταξίδι του Οδυσσέα κ.ά.) είτε εισχωρούν στο ουσιαστικό μέρος της σύγχρονης ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας  θέτοντάς την  να «συνομιλήσει» με τους αναγνώστες διαχρονικά και κριτικά (π.χ. Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά, Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες, Θα σε ξαναδώ φιλαράκι μου, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω παρακαλώ κ.ά.). 
Σε ένα από τα τελευταία μυθιστορήματά της Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής, προσφέρει έναν όχι και πολύ δοκιμασμένο  τρόπο αφήγησης, θα τον έλεγα, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, ο οποίος από μεν την πλευρά της φαντασίας ταυτίζεται με αυτό που ο Τοντόροφ ονομάζει «παράξενο», από δε την πλευρά της πραγματικότητας με τον «μαγικό ρεαλισμό». Προτού όμως αναφερθώ συνοπτικά στους συγκεκριμένους όρους και στην αντανάκλασή τους στο κείμενο, παραθέτω την υπόθεση του μυθιστορήματος:  δυο αδελφοί, ο ένας λάτρης της τέχνης και ο άλλος λάτρης των μηχανών, σκοτώθηκαν στο πολύ μακρινό παρελθόν, πέφτοντας από τη σκάλα του σπιτιού τους, κι έγιναν φαντάσματα, καλά φαντάσματα, όπως διαρκώς το τονίζουν. Αναγκάζονται όμως να μετακομίσουν, γιατί το ερειπωμένο σπίτι τους, κατεδαφίζεται. Η περιπλάνησή τους μέχρι να κατοικήσουν σε ένα πιθάρι, στο χώρο ενός σχολείου, κτισμένου στη θέση του παλιού τους σπιτιού, θα περάσει μέσα από τη γνωριμία τους με αρχαία φαντάσματα της περιοχής.  Εκεί, από μια χαραμάδα, βλέπουν τα παιδιά, χαίρονται γι’ αυτό και μαζί νοσταλγούν, αλλά, όταν τους ανακαλύπτει μια γάτα βιώνουν τον μέγιστο τρόμο. Στην  προσπάθειά τους να την απομακρύνουν, δημιουργούν άθελά τους αναστάτωση στον χώρο του σχολείου, με αποτέλεσμα να ενοχοποιηθούν ορισμένα παιδιά. Οι δυο αδελφοί αποκαλύπτονται στα παιδιά και θα κάνουν τα πάντα, ώστε αυτά να αποφύγουν την τιμωρία.
 
            Ο Τσβετάν Τοντόροφ επιχειρώντας να ορίσει γενικά το φανταστικό, υπογραμμίζει ότι αυτό δε  διαρκεί, παρά όσο  ένας δισταγμός που είναι κοινός στον αναγνώστη και στο πρόσωπο του έργου, που οφείλουν να αποφασίσουν αν αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται προκύπτει ή όχι από την πραγματικότητα. Στο τέλος δε και οι δύο ή τουλάχιστον ο αναγνώστης αποφασίζει αν θα μείνει ή όχι στην πραγματικότητα, έτσι, βγαίνοντας από το φανταστικό. Μάλιστα, αν ο αναγνώστης αποφασίσει πως οι νόμοι της πραγματικότητας δεν αλλάζουν κι επιτρέπουν την εξήγηση των φαινομένων που περιγράφονται, τότε λέμε ότι το έργο ανάγεται στο γένος του «παράξενου», αν δε, αποφασίσει πως πρέπει να αποδεχτούμε νέους νόμους της φύσης για την εξήγηση του φαινομένου, τότε εισερχόμαστε στο γένος του «θαυμαστού». Ωστόσο, ο Τοντόροφ, σημειώνει αλλού, πως υπάρχει  ένα «αμιγές θαυμαστό» του οποίου τα υπερφυσικά στοιχεία δεν προκαλούν καμιά ιδιαίτερη αντίδραση στον ήρωα του κειμένου αλλά ούτε και στον αναγνώστη. Αυτή του η θέση είναι πολύ κοντά στον «μαγικό ρεαλισμό», έναν τρόπο αφήγησης, δηλαδή, σύμφωνα με τον οποίο το στοιχείο της φαντασίας εισερχόμενο στην πραγματικότητα δεν την ανατρέπει, ο αναγνώστης και ο ήρωας δεν ταλαντεύονται ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό, ο δε ρεαλισμός του κειμένου δεν ανατρέπεται από το φαντασιακό στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού.
Θεώρησα απαραίτητες τις παραπάνω θεωρητικές θέσεις,  για να αναφερθώ σε μερικές καίριες στιγμές του μυθιστορήματος. Τα δυο φαντάσματα της υπόθεσης, «κρατούν» όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες και αξίες, όπως χαρά, λύπη, καλοσύνη μόνο, όχι κακία και εκδίκηση και προπάντων φόβο, και από τον κόσμο του φανταστικού έχουν μόνο ορισμένα στοιχεία: είναι δυνατόν οι άλλοι να τους δουν και να τους ακούσουν μόνο όταν εκείνα το αποφασίσουν, μπορούν δε να αλλάξουν μορφή.    Η Δικαίου έχοντας κατά νου τον εννοούμενο αναγνώστη-παιδί, σκηνοθετεί ένα πλαίσιο στο οποίο τα επίπεδα της πραγματικότητας και της φαντασίας όντας πολύ κοντά στο προαναφερόμενο αμιγές θαυμαστό, αλλά και στον μαγικό ρεαλισμό, παρουσιάζονται μέσα από έναν ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης ο οποίος είναι σα να προέρχεται από την πραγματικότητα και όχι από τη φαντασία.  Έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο περνάει το φανταστικό/παράξενο στην πραγματικότητα, διαρρηγνύει τα σύνορά της και με αβίαστο τρόπο στο επίπεδο της ιδεολογίας, μέσα από μια διαρκή χιουμοριστική –πολλές φορές ξεκαρδιστική- κατάσταση, αναδύονται μηνύματα όπως η άδολη αγάπη, η φιλία και η δίχως όρια συνεργασία.
Ο αναγνώστης  κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης προεκτείνει την υπόθεση στο χώρο της πραγματικότητας όπως άλλωστε και ο ενδοδιηγητικός αφηγητής (ένας από τους αδελφούς) διερχόμενοι μέσα από το «παράξενο»/μαγικό όπου αυτό αναδύεται σε όλα τα περιστατικά.  Στα δρώμενα και κυρίως εκεί που έρχονται σε επαφή  οι ήρωες άνθρωποι αλλά και οι ήρωες-φαντάσματα μαζί με τον αναγνώστη, πέρα από έναν μικρό δισταγμό,  δεν αναρωτιούνται για τα  γενόμενα, αλλά και δεν ταλαντεύονται ανάμεσα στα δύο επίπεδα της φαντασίας και της πραγματικότητας. Η Δικαίου κατορθώνει με τους δύο χαρακτήρες της και με τον τρόπο που μεταφέρονται τα δρώμενα, να δώσει έναν τρόπο αφήγησης ο οποίος με όχημα αφενός το χιούμορ και αφετέρου τις προαναφερόμενες αξίες,  «απομακρύνουν», κατά την ανάγνωση, από τα παιδιά το ενδεχόμενο ενός πιθανού φόβου (συμβάλλει σε αυτό και το υποκοριστικό του τίτλου).  Επιπλέον, δίνει ένα ευαίσθητο –παροιμιώδης η αγάπη των δύο αδερφών μεταξύ τους–, με ποιητικές εξάρσεις, ανάγνωσμα, το οποίο προσλαμβάνεται μέσα από έναν αληθινά απολαυστικό τρόπο. Επίσης και η μαυρόασπρη εικονογράφηση ευχάριστη και ζωντανή, κυριολεκτικά κινείται ανάμεσα στο κείμενο βοηθώντας την ευχάριστη πρόσληψή του. Θα πρόσθετα δε, ότι στα παιδιά αναγνώστες, αλλά προπάντων στους ενήλικες που είτε πιστεύουν στα υπερφυσικά στοιχεία είτε όχι, το ρεαλιστικό πλαίσιο το οποίο στην ουσία υπερισχύει της φαντασιακής αφήγησης, υπαγορεύει δυνατότητες διεύρυνσης της φαντασίας με αποτέλεσμα, παράλληλα, να διευρύνεται η λογοτεχνική πραγματικότητα με την έννοια της λογοτεχνικής εμπειρίας και κατ’ επέκταση η ρεαλιστική του κόσμου τους.
 
Γιάννης Σ. Παπαδάτος, κριτικός νεανικής λογοτεχνίας
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
1. Τοντόροφ, Τσβετάν. (1991). Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία. Μετ. Αρ. Παρίση, Αθήνα: Οδυσσέας.
2. Bowers, M. A. (2004). Magic(al) Realism. London and New York: Routledge.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου